Το αλφαβητάρι του Whisky
MALT: Σπόροι δημητριακών που έχουν αφεθεί να βλαστήσουν μερικώς, έτσι ώστε να είναι δεκτικοί σε αλκοολική ζύμωση και οι οποίοι έχουν ξερανθεί σε kiln (κλίβανο). Μετά την διαδικασία αυτή, τα δημητριακά έχουν μια όψη στεγνότερη και μαυρισμένη. Το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο δημητριακό για malting είναι το κριθάρι, ειδικά όταν πρόκειται για single malt whiskies . Άλλα συχνά χρησιμοποιούμενα δημητριακά είναι η σίκαλη και το στάρι.
WHISK(E)Y: Αλκοολούχο ποτό το οποίο κατάγεται από την Ιρλανδία και τη Σκωτία και το οποίο σήμερα παρασκευάζεται σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Συνήθως φτιάχνεται από κριθάρι ή σίκαλη και ωριμάζει σε δρύινα βαρέλια. Τα whiskies που παρασκευάζονται στη Σκωτία και στον Καναδά συνήθως γράφονται χωρίς e (Whisky) ενώ τα Αμερικάνικα και τα Ιρλανδικά με e (whiskey).
MALT WHISKY: Whisky το οποίο παρασκευάζεται από malt κριθαριού. Συνήθως παρασκευάζεται σε μεγάλες ποσότητες μέσα σε ένα χάλκινο δοχείο το οποίο θυμίζει τσαγιέρα στο σχήμα, τον επονομαζόμενο Pot still. To malt whisky παρασκευάζεται σειριακά, όχι συνεχόμενα, σε παρτίδες (batch).
SINGLE MALT WHISKY: Malt whisky το οποίο παρασκευάζεται από ένα μόνο αποστακτήριο, το οποίο δηλαδή δεν έχει αναμειχθεί με whiskies άλλων αποστακτήριων (τα επονομαζόμενα vatted malts). Τα περισσότερα single malt whiskies παρασκευάζονται στη Σκωτία. Άλλες χώρες παρασκευής single malt whisky είναι η Ιρλανδία και η Ιαπωνία.
SCOTCH WHISKY: Ο χαρακτηρισμός αυτός δίνεται μόνο σε whiskies τα οποία έχουν παρασκευαστεί στη Σκωτία και τα οποία έχουν ωριμάσει τουλάχιστον τρία χρόνια σε δρύινα βαρέλια. Τα βαρέλια είναι απαραίτητο να έχουν επαναχρησιμοποιηθεί είτε για την ωρίμανση bourbon είτε sherry.
SINGLE CASK: Μια εμφιάλωση η οποία προέρχεται από ένα συγκεκριμένο βαρέλι ενός συγκεκριμένου αποστακτήριου.
VATTED MALT: Εάν συνδυαστούν malt whiskies από διαφορετικά αποστακτήρια για τη δημιουργία μιας συγκεκριμένης εμφιάλωσης, το αποτέλεσμα ονομάζεται vatted malt. Μια εναλλακτική ονομασία είναι blended malt, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με το απλό blended whisky.
BLENDED WHISKY: Η ονομασία Blended whisky υποδηλώνει την προσθήκη κι άλλων δημητριακών εκτός από κριθάρι στο whisky. Σε αυτή την περίπτωση, το malt απαντάται σε περιεκτικότητα 10-40% (συνήθως 10-20%) και η ηλικία που αναγράφεται είναι η ηλικία του malt το οποίο περιέχεται. Οι πιο γνωστές μάρκες whisky στην Ελλάδα είναι Blended (Haig, Johnny Walker, Dimple, VAT 69, Balantine's, Black& White, Cutty Sark, Dewar's, Chivas).
BUTTS: Βαρέλια περίπου 500 λίτρων τα οποία χρησιμοποιούνται για την ωρίμανση αρχικά sherry και αργότερα whisky. Συνήθως παρασκευάζονται από ευρωπαϊκή δρυ.
HOGSHEAD: Βαρέλια περίπου 250 λίτρων τα οποία κατασκευάζονται από αμερικάνική δρυ και χρησιμοποιούνται για την ωρίμανση Bourbon. Υπάρχουν όμως και ευρωπαϊκά hogshead τα οποία χρησιμοποιούνται για την ωρίμανση του sherry.
PEATING: Η διαδικασία αποξήρανσης του malt στο κλίβανο, όταν ως καύσιμη ύλη χρησιμοποιηθεί η τύρφη (peat). Στην περίπτωση αυτή, το whisky αποκτά μια χαρακτηριστικά καπνιστή γεύση, η οποία μπορεί να ανασταλεί ή να γίνει πιο έντονη ανάλογα με τα υπόλοιπα στάδια της κατεργασίας.
NON CHILL FILTERED: Μια τελική διαδικασία στην οποία υπόκειται το whisky λίγο πριν εμφιαλωθεί είναι η chill filtration, στην οποία αφαιρούνται ουσίες οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν θόλωση με την προσθήκη νερού στο ποτήρι. Οι λάτρεις του whisky θεωρούν ότι η κατεργασία αυτή μειώνει τον χαρακτήρα του, οπότε πολλά αποστακτήρια single malt whiskies την αποφεύγουν.
CASK STRENGTH: H ωρίμανση των whiskies συνήθως τα αφήνει με 50 έως 60 αλκοολικούς βαθμούς. Ως συνέπεια, τα whiskies αραιώνονται πριν εμφιαλωθούν. Τα whiskies cask strength συνήθως εμφιαλώνονται χωρίς ή με ελάχιστη αραίωση, με αποτέλεσμα ο χαρακτήρας του ποτού να είναι εντονότερος. Επίσης, δίνεται η δυνατότητα στον τελικό καταναλωτή να δοκιμάσει το ποτό σε διάφορους βαθμούς, αραιώνοντας το προσεκτικά στο ποτήρι.
GRAIN WHISKY: Το whisky αυτό παρασκευάζεται από μια πλειάδα δημητριακών, όπως κριθάρι, ακαλμπόκι, στάρι και σίκαλι, με μερική μόνο πρόσμειξη βύνης ή κρθαριού. Το Grain whisky παρασκευάζεται σε ένας συνεχούς λειτουργίας αποστακτήρα (Patent/ Cofee still), ο οποίος επιτρέπει καλύτερες αποδόσεις αλλά πιο ήπιο, ουδέτερο και δημητριακό προϊον. Τα Grain whiskies συνήθως χρησιμοποιούνται ως η βάση των blended whiskies σε ποσοστό τουλάχιστον 60% και συνήθως γύρω στα 90%.
BOURBON: Η Αμερικάνικη εκδοχή, θα λέγαμε, του whisky, το οποίο παρασκευάζεται τουλάχιστον κατά 50% από καλαμπόκι και υποχρεωτικά ωριμάζει σε φρέσκα δρύινα βαρέλια.
MALT: Σπόροι δημητριακών που έχουν αφεθεί να βλαστήσουν μερικώς, έτσι ώστε να είναι δεκτικοί σε αλκοολική ζύμωση και οι οποίοι έχουν ξερανθεί σε kiln (κλίβανο). Μετά την διαδικασία αυτή, τα δημητριακά έχουν μια όψη στεγνότερη και μαυρισμένη. Το πιο συχνά χρησιμοποιούμενο δημητριακό για malting είναι το κριθάρι, ειδικά όταν πρόκειται για single malt whiskies . Άλλα συχνά χρησιμοποιούμενα δημητριακά είναι η σίκαλη και το στάρι.
WHISK(E)Y: Αλκοολούχο ποτό το οποίο κατάγεται από την Ιρλανδία και τη Σκωτία και το οποίο σήμερα παρασκευάζεται σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Συνήθως φτιάχνεται από κριθάρι ή σίκαλη και ωριμάζει σε δρύινα βαρέλια. Τα whiskies που παρασκευάζονται στη Σκωτία και στον Καναδά συνήθως γράφονται χωρίς e (Whisky) ενώ τα Αμερικάνικα και τα Ιρλανδικά με e (whiskey).
MALT WHISKY: Whisky το οποίο παρασκευάζεται από malt κριθαριού. Συνήθως παρασκευάζεται σε μεγάλες ποσότητες μέσα σε ένα χάλκινο δοχείο το οποίο θυμίζει τσαγιέρα στο σχήμα, τον επονομαζόμενο Pot still. To malt whisky παρασκευάζεται σειριακά, όχι συνεχόμενα, σε παρτίδες (batch).
SINGLE MALT WHISKY: Malt whisky το οποίο παρασκευάζεται από ένα μόνο αποστακτήριο, το οποίο δηλαδή δεν έχει αναμειχθεί με whiskies άλλων αποστακτήριων (τα επονομαζόμενα vatted malts). Τα περισσότερα single malt whiskies παρασκευάζονται στη Σκωτία. Άλλες χώρες παρασκευής single malt whisky είναι η Ιρλανδία και η Ιαπωνία.
SCOTCH WHISKY: Ο χαρακτηρισμός αυτός δίνεται μόνο σε whiskies τα οποία έχουν παρασκευαστεί στη Σκωτία και τα οποία έχουν ωριμάσει τουλάχιστον τρία χρόνια σε δρύινα βαρέλια. Τα βαρέλια είναι απαραίτητο να έχουν επαναχρησιμοποιηθεί είτε για την ωρίμανση bourbon είτε sherry.
SINGLE CASK: Μια εμφιάλωση η οποία προέρχεται από ένα συγκεκριμένο βαρέλι ενός συγκεκριμένου αποστακτήριου.
VATTED MALT: Εάν συνδυαστούν malt whiskies από διαφορετικά αποστακτήρια για τη δημιουργία μιας συγκεκριμένης εμφιάλωσης, το αποτέλεσμα ονομάζεται vatted malt. Μια εναλλακτική ονομασία είναι blended malt, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με το απλό blended whisky.
BLENDED WHISKY: Η ονομασία Blended whisky υποδηλώνει την προσθήκη κι άλλων δημητριακών εκτός από κριθάρι στο whisky. Σε αυτή την περίπτωση, το malt απαντάται σε περιεκτικότητα 10-40% (συνήθως 10-20%) και η ηλικία που αναγράφεται είναι η ηλικία του malt το οποίο περιέχεται. Οι πιο γνωστές μάρκες whisky στην Ελλάδα είναι Blended (Haig, Johnny Walker, Dimple, VAT 69, Balantine's, Black& White, Cutty Sark, Dewar's, Chivas).
BUTTS: Βαρέλια περίπου 500 λίτρων τα οποία χρησιμοποιούνται για την ωρίμανση αρχικά sherry και αργότερα whisky. Συνήθως παρασκευάζονται από ευρωπαϊκή δρυ.
HOGSHEAD: Βαρέλια περίπου 250 λίτρων τα οποία κατασκευάζονται από αμερικάνική δρυ και χρησιμοποιούνται για την ωρίμανση Bourbon. Υπάρχουν όμως και ευρωπαϊκά hogshead τα οποία χρησιμοποιούνται για την ωρίμανση του sherry.
PEATING: Η διαδικασία αποξήρανσης του malt στο κλίβανο, όταν ως καύσιμη ύλη χρησιμοποιηθεί η τύρφη (peat). Στην περίπτωση αυτή, το whisky αποκτά μια χαρακτηριστικά καπνιστή γεύση, η οποία μπορεί να ανασταλεί ή να γίνει πιο έντονη ανάλογα με τα υπόλοιπα στάδια της κατεργασίας.
NON CHILL FILTERED: Μια τελική διαδικασία στην οποία υπόκειται το whisky λίγο πριν εμφιαλωθεί είναι η chill filtration, στην οποία αφαιρούνται ουσίες οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν θόλωση με την προσθήκη νερού στο ποτήρι. Οι λάτρεις του whisky θεωρούν ότι η κατεργασία αυτή μειώνει τον χαρακτήρα του, οπότε πολλά αποστακτήρια single malt whiskies την αποφεύγουν.
CASK STRENGTH: H ωρίμανση των whiskies συνήθως τα αφήνει με 50 έως 60 αλκοολικούς βαθμούς. Ως συνέπεια, τα whiskies αραιώνονται πριν εμφιαλωθούν. Τα whiskies cask strength συνήθως εμφιαλώνονται χωρίς ή με ελάχιστη αραίωση, με αποτέλεσμα ο χαρακτήρας του ποτού να είναι εντονότερος. Επίσης, δίνεται η δυνατότητα στον τελικό καταναλωτή να δοκιμάσει το ποτό σε διάφορους βαθμούς, αραιώνοντας το προσεκτικά στο ποτήρι.
GRAIN WHISKY: Το whisky αυτό παρασκευάζεται από μια πλειάδα δημητριακών, όπως κριθάρι, ακαλμπόκι, στάρι και σίκαλι, με μερική μόνο πρόσμειξη βύνης ή κρθαριού. Το Grain whisky παρασκευάζεται σε ένας συνεχούς λειτουργίας αποστακτήρα (Patent/ Cofee still), ο οποίος επιτρέπει καλύτερες αποδόσεις αλλά πιο ήπιο, ουδέτερο και δημητριακό προϊον. Τα Grain whiskies συνήθως χρησιμοποιούνται ως η βάση των blended whiskies σε ποσοστό τουλάχιστον 60% και συνήθως γύρω στα 90%.
BOURBON: Η Αμερικάνικη εκδοχή, θα λέγαμε, του whisky, το οποίο παρασκευάζεται τουλάχιστον κατά 50% από καλαμπόκι και υποχρεωτικά ωριμάζει σε φρέσκα δρύινα βαρέλια.